Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Τελευταίος σταθμός το χώμα















Αυτόχειρες.
Λευκά, σταρένια,
κίτρινα, μαύρα,
κορμιά.
Νέα, γέρικα,
αδύνατα, χοντρά,
γυμνά, ντυμένα,
μυώδες, χαλαρά,
κορμιά.
Ψηλά, κοντά,
όμορφα, άσχημα,
καμμένα από τον ήλιο,
λευκά σαν γάλα,
ένα μόνο του,
πολλά μαζί,
θλιμμένα, χαρούμενα,
κακοποιημένα, χαϊδεμένα.
Κορμιά.
Αυτόχειρες.
Δάχτυλα.
Πατούσες.
Αστράγαλοι.
Γόνατα.
Μάτια.
Μηροί.
Γεννητικά όργανα.
Στέρνα.
Ώμοι.
Αγκώνες.
Σπλάχνα.
Γλώσσες.
Καρποί.
Λαιμοί.
Γνάθοι.
Μέτωπα.
Γεννητικά όργανα ενωμένα.
Κορμιά που
γίνονται ένα.
Κορμιά
λιωμένα στην άσφαλτο.
Κορμιά με
μεταμοσχευμένα όργανα.
Κορμιά
με όγκους.
Κορμιά
θαμμένα στο χώμα.
Ο ήχος του χώματος
πάνω στο φέρετρο.
Ο ήχος του χώματος
πάνω στο φέρετρο.
Σε λίγα λεπτά,
χάνονται όλα.
Ο ήχος του χώματος
πάνω στο φέρετρο.
Νεκρά κορμιά,
μέσα σε ξύλινα κουτιά
ντυμένα με λευκό σατέν.
Τελευταίος σταθμός,
το χώμα.
Σκοτάδι.
Ο ήχος του χώματος
πάνω στο φέρετρο.




Απογραφή Πληθυσμού



















Η ιστορία έγραψε:
26.000.000 νεκροί
του Ολοκαυτώματος.
3.595.000 νεκροί
στο Βιετνάμ.
25.000 νεκροί του
Ελληνικού Εμφυλίου.
Έτος 1930-1960.
Ρεκόρ θυμάτων.
Νεότερη ιστορία:
Ο πόλεμος συνεχίζεται.
Θύματα - Ανυπολόγιστα.
Αίτια - Λιγότερο εμφανή.
Διάρκεια - Άγνωστη.
7.000 νεκροί
στη Μεσόγειο.
470.000 νεκροί
στη Συρία.
9.000 νεκροί
στη Τουρκία.
84 νεκροί
στη Γαλλία.
100 ψυχικά ασθενείς
στην Αφρική.
12 νεκροί
στη Γερμανία.
Έτος 2016.
Μεσόγειος - Νεκροί λόγω πολέμου.
Συρία - Νεκροί λόγω πολέμου.
Τουρκία - Νεκροί λόγω πολέμου.
Γαλλία - Νεκροί λόγω πολέμου.
Αφρική - Νεκροί λόγω πολέμου.
Γερμανία - Νεκροί λόγω πολέμου.
Αιματοβαμμένε κόσμε
πουθενά δεν ησυχάζεις.
Δισεκατομμύρια θάνατοι.
Μαζική παγκόσμια αυτοκτονία.
Στις ταράτσες κάθε κτιρίου,
βρέθηκαν απλωμένα,
εντόσθια, καρδιές, πνεύμονες,
γεννητικά όργανα, μάτια.
όλοι οι δρόμοι είναι
βαμμένοι με αίμα.
Ούτε ένας επιζών.
Αίτια - Φτώχεια, καταστροφές, βία, ρατσισμός, πόλεμος, πόλεμος, πόλεμος.
Μη βιώσιμη πραγματικότητα.
Πληθυσμός γης - Μηδέν.
Έτος - Μέλλον.


Ημερολόγιο

















Μου άφησες το χέρι
και πριν προλάβω να
σου φωνάξω,
είχες ήδη εξαφανιστεί.
Τίποτε δεν είναι ίδιο
χωρίς εσένα.
Μακάρι να υπήρχες
κάπου,
να μπορώ να σου μιλήσω.
Νεκρός
δίχως μνήμα.
Μου λείπει τόσο
η φωνή σου,
η μυρωδιά σου,
τα μάτια σου.
Μου φωνάζεις;
Μήπως δεν σε ακούω;
Άφησες και εκείνη
μόνη.
Σε αγαπούσε τόσο.
Κοιτάζω τα μάτια της
και ξέρω,
δεν θα τα ξαναδώ
τόσο λαμπερά
όπως όταν ήσουν εκεί,
δίπλα της.
Κοιτάζω τις μέρες
να περνάνε
πίσω από το
παράθυρο μου.
Πως αλλάζουν οι εποχές.
Πόσοι τα κατάφεραν
και σήμερα;
Πόσοι πέθαναν;
Πόσοι έχασαν κάποιον;
Πόσοι έγιναν ευτυχισμένοι;
Αισθάνομαι
τη ψυχή μου
να φεύγει λίγο, λίγο.
Μακάρι να μπορούσα
να πάρω το πόνο
όλων αυτών εκεί έξω.
Μακάρι να μπορούσα
να σε βρω.
Μακάρι να μπορούσα
να ξαναδώ τη
λάμψη στα μάτια της.
Μακάρι να μπορούσα
να πάρω τη μοναξιά
και τη πίκρα της.
Μακάρι να μπορούσα
να κάνω το κόσμο
καλύτερο,
ομορφότερο,
ελεύθερο.
Μακάρι η αγάπη
να άντεχε στο χρόνο.
Μακάρι να έκλεινα
τα μάτια μου
και να κοιμόμουν
όπως όταν ήμουν παιδί.
Μακάρι να έμενα
πάντα παιδί.
Μακάρι να μπορούσα
να φύγω.
Μακάρι να έβρισκα
εκείνη τη στιγμή
ευτυχίας
και να την πάγωνα
στο χρόνο.
Μακάρι η καρδιά μου
να χτυπούσε
όπως κάποτε.
Μακάρι τα πόδια μου
να τρέχανε
όπως κάποτε.
Και τα μάτια μου
να βλέπανε
όπως κάποτε.
Μακάρι να μου κρατούσες
πάλι το χέρι,
να μου σκούπιζες
τα μάτια
και να μου έδειχνες
"Να ο δρόμος σου, περπάτησε και μη φοβάσαι."
Μακάρι να έκλεινα
τα μάτια μου
και όταν τα άνοιγα
να βρισκόμουν βρέφος
στη ζεστή της αγκαλιά.
Μακάρι να μπορούσα
να σβήσω
όλο το σκοτάδι.

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Χιλιετία



























Κατεβασμένα παραθυρόφυλλα,
κλειστά παράθυρα,
κλεισμένες πόρτες,
ανοιχτές τηλεοράσεις.
Οι φίλοι μου
είναι αμπαρωμένοι.
Καταπίνουν χάπια
για να τους ανέβει
η ντοπαμίνη,
η σεροτονίνη.
Αισθάνομαι μόνη.
Θέλω να τρέξουμε
στην φθινοπωρινή βροχή,
να είμαστε στους δρόμους,
να γελάμε,
να γελάμε
τόσο δυνατά
που να ξυπνάμε τον κόσμο.
Θέλω να κοιμόμαστε
λίγο πριν χαράξει,
να μεθάμε,
να κάνουμε έρωτα.
Οι δρόμοι είναι άδειοι
και από τα διαμερίσματα
ακούγεται μόνο
ο ήχος της τηλεόρασης.
Έχω χάσει τους φίλους μου.
Δεν τρέχω ξημερώματα
σπίτι τους,
τους το απαγορεύει
ο γιατρός τους.
Όταν κρατάω το κεφάλι μου
για την τόση φρίκη
γύρω μας,
δεν τρέχουμε
ουρλιάζοντας,
επαναστατώντας.
Μου γράφουν
ένα αγχολυτικό
και  το τηλέφωνο του ψυχολόγου τους.
Κατεβασμένα παραθυρόφυλλα,
κλειστά παράθυρα,
κλεισμένες πόρτες,
ανοιχτές τηλεοράσεις.
Σχέσεις υψίστης ασφαλείας.
Συνεχόμενος φόβος για τη ζωή.
Αποφυγή θανάτου.
Καρτέλες αγχολυτικών.
Καρτέλες αντικαταθλιπτικών.
Καρτέλες αγχολυτικών.
Καρτέλες αντικαταθλιπτικών.
Σχέσεις στείρες.
Αποφυγή για τη ζωή.
Συνεχόμενος φόβος για τον θάνατο.
Κρίσεις πανικού,
Κρίσεις πανικού.
Οι φίλοι μου,
δεν γελάνε πια,
μα ούτε κλαίνε.
Είναι αμπαρωμένοι.
Αισθάνομαι μόνη.
Τα παράθυρα μου
είναι ανοιχτά
και ο ήλιος
λούζει
το σπίτι μου.
Η πόρτα μου
είναι ανοιχτή.
Περιμένω
τους φίλους μου.



Ερωτικό ΙΙ

















Έχεις ακούσει τον ήχο
του ήλιου όταν δύει;
είναι σαν μια βαθιά πνοή
και όλα τα χρώματα
ξεχύνονται στον ουρανό
και πέφτουν ύστερα
στη θάλασσα
και εσύ,
φωτίζεσαι σε αυτές
τις μαβιές σκιές
και η αναπνοή σου
συντονίζεται με αυτή
του ήλιου.
Όταν όλα τα χρώματα χαθούν
ανάβουν τα αστέρια,
που έχουν τη λάμψη
των ματιών σου.
Μου τα δείχνεις όλα,
καθένα έχει τη δική του ιστορία.
"Κάπου εκεί είναι και η δική μας"
μου λες.
Έτσι όταν ο χρόνος σταματήσει
και χαθούμε,
θα υπάρχουμε μέσα
στα αστέρια.
Έχεις ακούσει τα σύννεφα
να τρέχουνε;
Κάθε φορά
που αλλάζουνε σχήμα,
μια λευκόχρυση σκόνη
σκορπίζεται παντού.
Και εσύ,
έχεις το χρώμα της,
την ομορφιά της,
τη λάμψη της.
Έχεις νιώσει τη γη
να γυρίζει;
Αρκεί να βάλεις
το χέρι σου στη καρδιά μου.
Έτσι χτυπά,
σαν τον ήχο της γης
όταν γυρίζει.
Χτυπά μόνο
για εσένα,
γυρίζει μόνο γύρω
από εσένα.
Ακούω την ανάσα σου
όταν κοιμάσαι.
Τόσο ήρεμη,
τόσο τρυφερή,
τόσο αγνή.
Ακουμπάω το χέρι μου
στο στήθος σου
και προσπαθώ
να την ακολουθήσω,
ένα ταξίδι
έξω από την ατμόσφαιρα.
Το στόμα σου
έχει την γεύση της γης
μετά τη βροχή,
δροσερό,
αναζωογονητικό,
καρπερό.
Το κορμί σου
ένα λουλούδι
γεμάτο νέκταρ.
Εγώ και Εσύ.
Όταν ο χρόνος σταματήσει,
θα υπάρχουμε
μέσα στα αστέρια.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Δολοφονία εκ προμελέτης



Νυστέρι και ράμμα.
Επί μέρες σιγά, σιγά έσκιζα την κοιλιά μου.
Δεν έπρεπε κανείς να καταλάβει, ότι τώρα.
Τυλιγόμουν με πανιά κάτω από τα ρούχα μου,
για να μην στάζει το αίμα.
Οι τελευταίες μέρες ήτανε δύσκολες,
έπρεπε να βάφομαι πολύ γιατί ήμουνα πολύ χλωμή.
Κάθε μέρα έκλεβα από τη δουλειά μου,
νυστέρι και ράμμα.
Κάθε μέρα έσκιζα τη κοιλιά μου.
Κάθε καινούργιο δέρμα που έκοβα,
έπρεπε να ράβω το προηγούμενο,
αλλιώς δεν θα άντεχα.
Κάθε βράδυ πήγαινα
σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου και άλλαζα τα πανιά,
κανείς δεν έπρεπε να δει, όχι τώρα.
Όταν έφτασα στη μήτρα μου,
το μόνο που χρειάστηκε, ήταν ένα ψαλίδι.
Το πρωί εκείνο παραιτήθηκα.
Άδειασα όλο μου το σπίτι
και σιγά, σιγά άρχισα να κόβω τα ράμματα.
Όταν κόπηκαν όλα, άρχισα να τραβάω
τα όργανα μου έξω.
Έδεσα τα έντερα μου γύρω από τα πόδια μου
και άρχισα να τρώω τη μήτρα μου,
καταπίνοντας καρφιά,
για να μην μπορώ να κάνω εμετό,
δεν έπρεπε να βγει τίποτε έξω.
Τώρα κείτομαι νεκρή,
μέσα σε ένα λουτρό αίματος,
δεμένη και φαγωμένη
από τον ίδιο μου τον εαυτό.
Τα μάτια μου κενά, γεμάτα αίμα.
Το στήθος μου πρησμένο,
στάζει το γάλα που δεν θα ταΐσω  ποτέ.
Όλη μου η ζωή, στριμωγμένη μέσα σε κούτες και νάιλον τσάντες.
«Δολοφονία εκ προμελέτης».
Κανείς δεν θα πιστέψει ότι το έκανα μόνη μου.
Κανείς δεν είχε καταλάβει,
πόσο σοβαρό ήτανε.
Κανείς δεν είχε καταλάβει,
πως πνιγόμουν,
πως δεν ήμουν αυτό που θα ήθελα να είμαι.
Κανείς δεν ήτανε μαζί μου εκείνη τη νύχτα.
Αθωώστε τους όλους.
Μόνη μου το έκανα, εγώ με σκότωσα.


Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Η πραγματικότητα είναι πολύ μεγάλη


















Η πραγματικότητα είναι πολύ μεγάλη
για να την χωρέσει μέσα της.
Οι εικόνες είναι τόσο σκληρές,
που τα μάτια της ραγίζουν,
βλέπει θολά, μα,
δεν στρέφει το βλέμμα της αλλού.
Αβοήθητα, ξεριζωμένα,
κουρασμένα, πονεμένα χέρια,
απλώνονται μπροστά της
σκίζοντας τη σάρκα της
και ξεριζώνοντας τη ψυχή της.
Δεν μπορεί να κάνει τίποτα.

Η πραγματικότητα είναι πολύ μεγάλη
για να την χωρέσει μέσα της.
Γυναίκες μωρά, παιδιά,
έφηβες, νέες, μεγάλες,
με βρώμικα πρόσωπα,
μπερδεμένα μαλλιά,
γυρτά κορμιά,
της τραβούν τη μήτρα
και τη στειρώνουν.
Κραυγές και κλάματα,
αναστεναγμοί,
της ρουφάνε την φωνή.
Δεν μπορεί να κάνει τίποτα.

Γέμισε η γη νεκρούς.
Δεν γίνονται πια γιορτές,
μόνο κηδείες.
Στάζει αίμα ο ουρανός.
Φυλακισμένοι μέσα σε συρματοπλέγματα,
που επάνω τους κρέμονται
έντερα, σπλήνες,
συκώτια, καρδιές.... καρδιές.
Ο κόσμος γεμάτος
στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ακούγεται μόνο ο ήχος του θανάτου.
Στον ουρανό πετούν
μόνο σιδερένια πουλιά,
που καίνε τα πάντα στο πέρασμα τους.
Δεν μπορεί να κάνει τίποτα.

Είναι τόσο ανίκανη,
τόσο μικρή,
τόσο λίγη,
μπροστά σε όλο αυτό,
όλο αυτό το κακό,
πώς να το αλλάξει;
Το μυαλό της βουτηγμένο
μέσα σε μια μαύρη πίσσα.
Ένα άδειο κουφάρι
μέσα σε ένα νεκροταφείο αθώων ψυχών.
Η πραγματικότητα είναι πολύ μεγάλη
για να την χωρέσει  μέσα της.